Φωτογραφίες από τα βιβλία μου και την 'Αμυγδαλιά'

Όλα τα βιβλία της Τ. Μπούτου, επιλεγμένα τεύχη από τα Πειραϊκά Γράμματα, θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, βραβεύσεις κ.α

.

.

.

Μικρό απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο «Η Κίνα του 1978, Το μεγάλο ταξίδι της ζωής μου», από τις εκδόσεις Vivliologia (2015)

Κριτικές και αναφορές στο έργο της Τούλας Μπούτου

δείτε κι άλλες κριτικές εδώ

.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Τι θα ανεβεί φέτος στο θέατρο μας!

ΘΕΑΤΡΟ ΕΛΠΙΔΑΣ


ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΧΕΙΜΕΡΙΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2015-16


Στη χειμερινή περίοδο 2015-16, το Θέατρο Ελπίδας, θα ανεβάσει σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο τα εξής έργα:

1) ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ της Τούλας Μπούτου. Η ζωή ενός παλαίμαχου ναυτικού που εξιστορεί τις εμπειρίες απ’τα ταξίδια του. Παίζεται σε σκηνοθεσία Μιχάλη Αχουριώτη για τέταρτη χρονιά. Ερμηνεύει ο Μανώλης Δεστούνης
2)   ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΟΥ. Το κλασικό αριστούργημα του Νικολάι Γκόγκολ παιγμένο από το Μανώλη Δεστούνη σε σκηνοθεσία Ελένης Γκύλλη Νικολέτου
3)  ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ. Ένα έργο της Τούλας Μπούτου που θίγει θέματα κοινωνικά και συναισθηματικής οικογενειακής φόρτισης. Σε σκηνοθεσία Τάσσου Λέρτα.
4)    Μια επίκαιρη επιθεώρηση: ΚΑΓΚΕΛΑ… ΜΕΡΚΕΛ! Που σατιρίζει τα σημερινά χάλια της χώρας μας. Σκηνοθετεί και χορογραφεί ο Φώτης Μεταξόπουλος. Πρωταγωνιστούν νέοι ηθοποιοί, μια φουρνιά από άξιους ελπιδοφόρους ερμηνευτές της επιθεώρησης.
5)  Το μιούζικαλ: ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ. Ένα έργο με σάτιρα και μοντέρνες μελωδίες που διανθίζεται με πιπεράτη πρόζα και πολύ γέλιο. Σκηνοθετεί ο Μανώλης Δεστούνης.

6)  ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ του Ζαν Ζενέ. Το γνωστό και καταξιωμένο έργο του Γάλλου συγγραφέα σε μετάφραση της Τούλας Μπούτου και σκηνοθεσία του Μανώλη Δεστούνη. Πρωταγωνιστούν: Η Μαρία Ιωαννίδου, η Ράνια Πρέβεζα και η Λίλιαν Παναγιωτοπούλου.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

AUDITION!


Ζητούνται άνδρες ηθοποιοί 25-30 χρόνων που να χορεύουν και να τραγουδούν.

Η Οντισιόν θα γίνει Παρασκευή 28 Αυγούστου στο Θέατρο Ελπίδας, Αριστοτέλους 53, Αθήνα.


Τηλ: 6945262890

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Της Μιας Δραχμής Τα Γιασεμιά



Όπως μες στη ζωή όλα τελειώνουν
ήρθε και η δική σου η σειρά.
Στο άρμα της Ελλάδας μας δεμένη.
Στης Ιστορίας τη σκληρή την αγκαλιά.
Ήρθες. Βασίλεψες. Και τώρα φεύγεις πικραμένη.

Πίκρα και στη δική μας σκέψη που αρμενίζει
πίσω στα χρόνια εκείνα τ’ακριβά .
που άλλοτε έλαμπες και μας μηνούσες
πως θάρθουν χρόνοι να πετούμε με χρυσά φτερά
κι άλλοτε ξέφτιζες, στη χαρά σου προδομένη.

Κι εμείς προσμέναμε… Να σ’αγαπούμε
χρυσή και νιόκοπη, χαρτένια και παλιά
και μπρούτζινη κι από το χρόνο μαυρισμένη.
Μια φίλη, μια συνήθεια. Χρόνους εκατόν εξήντα εννιά.
Τώρα μες στις καρδιές μας ριζωμένη.

Στη χούφτα μας νέα σημάδια του καιρού που ξεκινά.
Ελπίδες νιόβγαλτες, ζωή που συνεχίζει
αέναα μέσα στο χρόνο να περνά
θα σε θυμόμαστε έτσι σφιχταγκαλιασμένη
με τι δική μας τη ζωή που αργοκυλά.

Και θα ραίνουμε στης μνήμης το περβόλι
με μιας δραχμής τα ξεχασμένα γιασεμιά.


Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Για τη Μαριλένα Λασκαρίδου



Η Μαριλένα Λασκαρίδου

Η είδηση της ξαφνικής απώλειας της Μαριλένας Λασκαρίδου με συγκλόνισε, όπως πιστεύω ότι συνέβη και για όλους τους πειραιώτες που την είχαν γνωρίσει.
Από την πρώτη στιγμή που επισκέφτηκα το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, με το οποίο είχα και προηγούμενους δεσμούς, αφού ως Γαλλικό Ινστιτούτο είχε στεγάσει για πολλά χρόνια τις πνευματικές μας ανησυχίες, αισθάνθηκα την ανάγκη να επισημάνω τον ενθουσιασμό και το θαυμασμό μου γι αυτή τη συνέχεια της ιστορίας αυτού του κτηρίου - στολιδιού για τον Πειραιά.
Όπως είχε διαδοθεί, οι δυο κύριοι μέτοχοι του Ιδρύματος, είχαν αγοράσει αυτό το κτήριο από τη γαλλική κυβέρνηση για να ασχοληθούν μ’αυτό οι σύζυγοί τους. Είχα σκεφτεί τότε, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, ότι αυτές οι δυο γυναίκες ίσως να έβλεπαν τούτη την ευκαιρία ως ένα τρόπο να αξιοποιήσουν απλώς τον ελεύθερο χρόνο τους χωρίς μεγαλύτερα όνειρα και φιλοδοξίες. Θα περίμενε κανείς να το δει σαν ένα κέντρο μόδας, μια λέσχη για ψυχαγωγία κλπ. Όμως δεν πέρασε πολύς καιρός και η ακούραστη, νέα και ικανότατη Μαριλένα Λασκαρίδου, κατάφερε να αξιοποιήσει το Ίδρυμα σαν το κορυφαίο πνευματικό κέντρο του Πειραιά. Μαζί βέβαια και με τα κεντρικά γραφεία της Βιβλιοθήκης Καίτης Λασκαρίδου. Στα οποία στεγάζονται τα βιβλία όλων των πειραιωτών λογοτεχνών.
Την αποκάλεσαν Νηρηίδα τη Μαριλένα. Και ήταν πράγματι μια γοητευτική, γυναικεία παρουσία. Με το φωτεινό της χαμόγελο, την ευγενική, πρόθυμη αγκαλιά της για να αγκαλιάσει κάθε τι που θα μπορούσε να αξιοποιήσει και να δικαιώσει την παρουσία του Ιδρύματος στον Πειραιά μας.
Πιστεύω πως πολύ δύσκολα θα μπορέσει να επουλωθεί αυτό το τραύμα στην καρδιά του Πειραιά που άνοιξε με την ξαφνική της αποδημία η Μαριλένα. Αυτή η «ψυχή» και του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη και της Βιβλιοθήκης Καίτης Λασκαρίδου.
Πιστεύω πως είναι ακόμη πολύ νωρίς κι είμαστε τόσο επώδυνα ξαφνιασμένοι για να μπορέσουμε να σκεφτούμε πόσο και πόσα πρέπει να λεχθούν και να γίνουν γι αυτή τη Νηρηίδα μας που εγκατέλειψε τόσο πρόωρα και άκαιρα τα εγκόσμια.
Προσωπικά είμαι ευγνώμων για την αμέριστη προσφορά της όσο και του Ιδρύματος στην παρουσίαση με τον τελειότερο τρόπο του βιβλίου μου «Το παραμύθι μιας ζωής», τον Δεκέμβρη του 2010. Σε κείνη την κατάμεστη αίθουσα που φώτιζαν με την παρουσία και γοητεία τους, η Μαριλένα και η ακούραστη συνοδοιπόρος της κ. Καλή Κυπαρίση. Και τι δεν έκαναν για μια αξέχαστη πνευματική βραδιά που έχει μείνει στην καρδιά μου για πάντα.
Ξεχωριστή θέση έχουν τα παιδιά, οι μαθητές σχολείων. Το Ίδρυμα κάθε χρόνο σε μοναδικές και αξέχαστες τελετές βραβεύει με χρηματικά βραβεία και διακρίσεις παιδιά του σχολείου δίνοντας ένα μοναδικό παράδειγμα κινήτρων και παιδείας για όσα περισσότερα ελληνόπουλα μπορούσε.
Αμέριστη συμπάθεια στην οικογένεια, σύζυγο και παιδιά και ο θεός να είναι μαζί τους.





Από την παρουσίαση του βιβλίου μου «Το παραμύθι μιας ζωής» στο ‘Ίδρυμα Λασκαρίδη, 13/12/2010

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Για τον Γεώργιο Σουρή

Γεώργιος Σουρής (1853-1919)



Ο
 ονομαστός αυτός σατιρικός ποιητής γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 2 Φεβρουαρίου του 1853. Η καταγωγή του ήταν από σοβαρή και εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του Χριστόφορος είχε γεννηθεί στα Κύθηρα και είχε ασχοληθεί με το επάγγελμα του εμπόρου με ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Όταν η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ο Χριστόφορος Σουρής διέθεσε όλη του την περιουσία για ν’απαλλάξει τον αδελφό του από χρέη που του είχαν δημιουργηθεί από την αποτυχημένη ασχολία του με το εμπόριο.
Ο Γεώργιος είχε την επιθυμία να ασχοληθεί με την επιστήμη της Θεολογίας, όμως η οικογένεια είχε πλέον την ανάγκη από οικονομική βοήθεια και ο γιος του έπρεπε να προσφέρει αυτή τη βοήθεια το συντομότερο. Αρχίζει λοιπόν με το εμπόριο όπως ο πατέρας του και πηγαίνει γι αυτό στη Ρωσία. Αλλά δεν σημείωσε καμιά πρόοδο και γρήγορα γυρίζει στην Αθήνα.
Διορίσθηκε γραφέας σε κάποιο συμβολαιογραφείο και συγχρόνως γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου. Χωρίς επιτυχία ούτε στις σχολικές, ούτε στις πανεπιστημιακές του επιδόσεις.
Μια μέρα, ένας φίλος του ήλθε και τον παρακάλεσε να γράψει έναν επικήδειο λόγο για τη μνηστή του, που είχε φύγει ξαφνικά από τη ζωή. Ο Σουρής προτίμησε να γράψει ένα ποίημα για την περίπτωση. Αυτό το ποίημα το οποίο είχε μεγάλη επιτυχία, έγινε η αρχή της λαμπρής του διαδρομής στην ποίηση. Ποιήματά του αρχίζουν να δημοσιεύονται σ’εφημερίδες και περιοδικά. «Μη χάνεσαι», «Ραμπαγάς», «Αριστοφάνης», «Ασμοδαίος» και άλλα. Με το ψευδώνυμο Souris.
Το 1881 παντρεύτηκε την Μαρία Κωνσταντινίδου από τη Χίο, το γένος Αργέντη – Ροδοκανάκη και από το γάμο αυτό απέκτησε πέντε παιδιά. Υποδειγματικός σύζυγος και πατέρας με ιδιαίτερη αδυναμία, αγάπη, εκτίμηση στη γυναίκα του. Κανένα του ποίημα δεν δημοσιεύτηκε πριν το κρίνει η κυρία Σουρή.
Μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις της Φιλολογίας, αποφάσισε να εκδώσει ένα έμμετρο σατιρικό φύλλο, τον «Ρωμηό». Το πρώτο φύλλο είδε το φως στις 2 Απριλίου του 1883 και συνέχισε να εκδίδεται σχεδόν επί 50 χρόνια. Έγινε ένα φύλλο προσφιλές για κάθε αθηναίο και όχι μόνο, που στους έξυπνους στίχους του ξεχνούσε τις δύσκολες ώρες που περνούσε κατά καιρούς η πατρίδα μας.
Ακόμη και στις πολύ σύντομες θερινές διακοπές του ο ποιητής μας συνέχιζε να γράφει.
Έκανε μια αριστοτεχνική μετάφραση των «Νεφελών» και αυτό έγινε η αιτία να καλείται νέος Αριστοφάνης. Επίσης το μεγαλύτερο του ποίημα «Ο Φασουλής Φιλόσοφος». Η φήμη του γρήγορα ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και έγινε διάσημος και στο εξωτερικό. Σε πολλές χώρες κυκλοφορούσαν μεταφράσεις των ποιημάτων του και φωτογραφίες του που από κάτω είχαν το χαρακτηριστικό δίστιχο «Εγώ ο Γεώργιος Σουρής – ιππότες του Σωτήρος – και Χιώτης διαβολόλωλος – αστείου χαρακτήρος».
Ήταν φιλάνθρωπος, ειλικρινής, ένθερμος πατριώτης. Κατόρθωσε να διαβάζεται, να γίνεται αντιληπτός, να εμπνέει αισιοδοξία παρά την απαισιοδοξία του ανθρώπου ο οποίος απώλεσε την πίστη στο περιβάλλον. Ενέπνεε ενθουσιασμό και σκόρπιζε ελπίδες για ένα απώτερο Μέλλον. Πολλοί συγγραφείς και κορυφαίοι ξένοι άνθρωποι των γραμμάτων είχαν συνηγορήσει για να του δοθεί το βραβείο Νόμπελ.
 Οι μεγάλες τρικυμίες, οι μάταιοι θόρυβοι, οι άγονοι φιλολογικοί διαπληκτισμοί, του ήταν άγνωστοι. Δεν ανήκε σε καμιά πολιτική μερίδα, γι αυτό δεν σατίριζε πρόσωπα σύγχρονά του. Και το μίσος έλειπε από τους στίχους του.
Όπως και ο πατέρας του, έτσι κι αυτός δεν έτρεφε καμιά υπόληψη για το χρήμα, γι αυτό ποτέ δεν το κυνήγησε και το Δημόσιο Ταμείο δεν τον εγνώρισε σαν πελάτη του, όπως θα μπορούσε να είναι.
Όπως είναι φυσικό, βρέθηκαν μερικοί που τον αποδοκίμασαν. Μερικοί τον κατηγόρησαν ότι είναι αισχρός στις εκφράσεις του. Όμως οι λέξεις που μεταχειριζόταν ο Σουρής, ήταν λέξεις της καθημερινής ζωής που οι κατήγοροί του δεν είχαν απλώς συνηθίσει να τις βλέπουν γραμμένες με τυπογραφικά στοιχεία και τοποθετημένες στη σωστή θέση. Άλλοι τον κατηγόρησαν πως έβρισκε θέματα γελοία για να ασχοληθεί (όπως στο ποίημά του Ο Φασουλής φιλόσοφος). Αλλ’ αυτοί απλούστατα δεν είχαν μπορέσει να εμβαθύνουν στο νόημα των στίχων, πως ο Φασουλής δεν ήταν απλώς ο Φασουλής του κουκλοθέατρου αλλά ο άνθρωπος του λαού που βλέπει τον κόσμο με γυμνό μάτι.
Ο Σουρής ήταν απλός και ταπεινός διαβάτης που έβλεπε τα πάντα με σκωπτικό χιούμορ και φαιδρότητα, η οποία όμως στο βάθος έκλεινε βαθιά μελαγχολία. Γιατί ενώ με τους στίχους του έκανε να γελούν τόσες γενιές ανθρώπων, ο ίδιος ήταν σχεδόν πάντα σκυθρωπός και μελαγχολικός.
Πολλοί οι λογοτέχνες που πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού του, αλλά πολύ λίγοι οι πιστοί του φίλοι, επειδή αυτοί καταλάβαιναν τον κλειστό του χαρακτήρα. Οι θαυμαστές του έργου του, του είχαν παραχωρήσει μια βίλα στο Ν. Φάληρο. Οι κάτοικοι του Φαλήρου, έβλεπαν κάθε βράδυ το Σουρή με τη γυναίκα του στη συνηθισμένη γωνία του καφενείου. Κι ενώ οι φίλοι του μιλούσαν και γελούσαν ζωηρά, αυτός αμίλητος σκεπτόταν, χαμένος πίσω απ’τους καπνούς του τσιγάρου του.
Είναι πολύ γνωστός ο πίνακας των 6 φίλων (Παλαμά, Δροσίνη, Σουρή, Προβελέγγιου, Στρατήγη) κι είναι χαρακτηριστικό το ύφος του καθενός εκ των 6 αυτών ποιητών – συνοδοιπόρων.


"Οι σύγχρονοι ποιηταί", πίνακας του Γ. Ροϊλού. Στην άκρη δεξιά, ο Αριστομένης Προβελέγγιος διαβάζει ένα έργο του΄ δεξιά απ' αυτόν ο Γεώργιος Σουρής και στη συνέχεια οι Κωστής Παλαμάς, Ιωάννης Πολέμης και Γεώργιος Στρατήγης. Πρώτος απ' αριστερά , με το μονόκλ, ο Γεώργιος Δροσίνης.

Είναι γνωστό από τα «Σκόρπια φύλλα της ζωής μου», του Γ. Δροσίνη, πως ο τελευταίος, ένα βράδυ κατηφορίζοντας την οδό Χαρ. Τρικούπη – Πινακωτών τότε – καθώς έφευγε από βεγγέρα στο σπίτι του φίλου του Σουρή – άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του να τραγουδιέται από κανταδόρους, μελοποιημένη, από άγνωστο συνθέτη, η αθάνατη κατόπιν «Αμυγδαλιά» του.
Ο Γεώργιος Σουρής ήταν μια ξεχωριστή φυσιογνωμία, ένας φιλόσοφος που δεν θαμπώθηκε από τίποτα σ’αυτόν τον κόσμο.
Το 1918 ο ποιητής προσεβλήθη από ένα είδος γρίπης. Στις 17 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου σταμάτησε την έκδοση του Ρωμηού που επί τόσα χρόνια είχε συντροφέψει και διασκεδάσει τους Έλληνες.
Στις 26 Αυγούστου του 1919, ο θάνατος στέρησε τον ελληνισμό από έναν Αριστοφάνη. Οι σύγχρονοί του λυπήθηκαν βαθιά για την απώλειά του. Αλλά και οι μεταγενέστεροι τον αναθυμόμαστε πολλές φορές διαβάζοντας κάτι δικό του – που πάρα πολύ συχνά θαρρείς είναι γραμμένο για τη σύγχρονη πραγματικότητα. Για τα δεδομένα της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής, με την πικρόχολη εμπνευσμένη διάθεση για διακωμώδηση.
Πριν κλείσουμε αυτό το κείμενο, ας θυμηθούμε άλλη μια φορά το μοναδικό σε κάθε του λεπτομέρεια ποίημα που εκφράζει την Ελλάδα.

Δυστυχία σου Ελλάς

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;


Κείμενο από το «Τετράδιο»
 του Γιάννη Σουβαλιώτη
Με επανάκαμψη
Τούλα Μπούτου



Για την Ελένα Κατσουλού


Για την Ελένα Κατσουλού
που έφυγε ξαφνικά και πρόωρα

Την Ελένα τη θυμάμαι από πολλά χρόνια… από τον καιρό που ήταν ακόμα πολύ νέα, σχεδόν παιδί.  Από τότε που πτυχιούχος της Αγγλικής Φιλολογίας δίδασκε στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών που διατηρούσε με τους γονείς της με μεγάλη επιτυχία και συγχρόνως διάβαζε και έγραφε ποίηση. Όμως και σε πολλά άλλα είδη του λόγου. Δοκίμιο, πεζό, θέατρο.
Θυμάμαι πως την διέκρινε πάντα μια έννοια παιδικότητας, αθωότητας και ετοιμότητας να αγκαλιάσει το διπλανό της και να προσφέρει αγάπη,  κατανόηση, συντροφικότητα.
Είχαμε κουβεντιάσει πολλές φορές και το συμπέρασμα από την επαφή μας ήταν πως επρόκειτο για έναν άνθρωπο πολύ ευαίσθητο που δεν έχασε ποτέ το παιδικό χνούδι που την κρατούσε μακριά από τις ασχήμιες της καθημερινότητας, τις δολοπλοκίες, τις απάτες, την αναλγησία και την αδιαφορία της ζωής. Δηλαδή είχε μια υπέρμετρη ευαισθησία ενός αγνού ανθρώπου που όμοιό της δεν μπορούσε να συναντήσει και να συμπορευθεί.
Σιγά σιγά έβλεπα να επιτείνεται αυτή η τάση φυγής πίσω, προς την εποχή του Ονείρου και της Παιδικότητας… μολονότι η αγάπη των γονιών της ήταν πάντα αμέριστη και σπάταλα χαρισμένη σ’εκείνη.
Επιτυχημένη σαν ποιήτρια… αναφέρομαι επιλεκτικά στο ποίημα Ώρες:

Πόσο αργά κυλούν οι ώρες
σαν είσαι κλεισμένος
σ’ένα κελλί χωρίς πορτόθυρα.
Πόσο γοργά κυλούν οι ώρες
όταν φυλλομετράς τον άνεμο.
Όταν γκρεμίζεσαι από το άχθος της Ανίας
Που είναι χρυσή τομή;
Ο σκοπός που είναι;
Που είναι όσα έμαθες
κι όσα προσπαθείς να ξεχάσεις;

Την εκφράζει απόλυτα και πρέπει να την συνδέουμε πάντα με τέτοιες δημιουργίες της.
Η Ελένα υπήρξε ένα παιδί που δεν ωρίμασε ποτέ και δεν βρέθηκε «εμβόλιο» να τη προστατεύσει και να τη θωρακίσει απέναντι στην κακία και τη δολιότητα της σημερινής πραγματικότητας.
Έτσι ας τη θυμόμαστε